Περιεχόμενο: τοπικό ή ξένο;

Γλώσσα περιεχομένου

Ένα από τα βασικά εργαλεία για τη διαχείριση ενός brand και την επίτευξη των επιθυμητων στόχων είναι το περιεχόμενο.
Από τη μία, οι στόχοι μπορούν να ποικίλλουν από τον προφανή της αύξησης των πωλήσεων αλλά μπορεί να έχουν να κάνουν και με άλλα ζητήματα όπως την καλύτερη αναγνωρισιμότητα (brand awareness), την καλύτερη επικοινωνία με το κοινό κλπ

 

Από την άλλη το περιεχόμενο καθαυτό μπορεί να πάρει πολλές μορφές: από posts σε blog (είτε στη σελίδα του brand είτε εκτός αυτής) μέχρι αναρτήσεις στη σελίδα του brand στο Facebook ή στο λογαριασμό στο Twitter ή φυσικά video στο YouTube, φωτογραφίες στο Pinterest κλπ κλπ – η λίστα είναι ατελείωτη και εξαρτάται από την κάθε περίπτωση.

 

Μια βασική διάκριση στο περιεχόμενο είναι κατά πόσο παράγεται από το ίδιο το brand (ή έστω τους fans του – μια άλλη μεγάλη κουβένα αυτό) ή αν βρίσκεται από τρίτες πηγές. Το καλύτερο βέβαια είναι να παράγεται στο μεγαλύτερο βαθμό από το ίδιο το brand (και ιδανικά να υπάρχει σημαντική συνεισφορά και από τους fans) αλλά συχνά – και ειδικά αν μιλάμε για μικρότερα brand ή επιχειρήσεις καταλήγουμε στην εύρεση και επιμέλεια (curation) περιεχομένου από τρίτους.

 

Παρόλο που κι αυτό έχει την αξία του ώστε να υπάρχει ποικιλία στην εικόνα και φωνή του brand, σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο τρίτων “αραιώνει” κάπως τα μηνύματα του brand. Όπως και να έχει το curation αποτελεί μια αναγκαιότητα – με δεδομένο μάλιστα ότι το ποιοτικό περιεχόμενο κοστίζει – είτε σε χρόνο είτε σε χρήμα, είτε συχνά και στα δύο.

 

Επιπλέον, σύντομα αυτός που το αναλαμβάνει έρχεται αντιμέτωπος με το εξής δίλημμα: βασίζομαι σε ελληνικές ή ξένες πηγές για το περιεχόμενο μου; Το ερώτημα είναι πρακτικό. Οι μεν ξένες πηγές έχουν σαφώς πιο εντυπωσιακά και ουσιαστικά πράγματα να πουν – είναι πιο επίκαιρα και είναι εκεί που ανατρέχουν τελικά όλοι. Καλώς ή κακώς οι περισσότερες “αυθεντίες”/σημεία αναφοράς δεν είναι τοπικά.

 

Από την άλλη, οι τοπικές πηγές είναι σαφώς πιο σχετικές (relevant) και προσφέρουν υλικό με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί πολύ ευκολότερα το εκάστοτε ελληνικό κοινό. Επιπλέον, έχουν μεγαλύτερη αξία και για το brand  επειδή θα προσελκύσουν κατά τεκμήριο ελληνικό κοινό.

 

Όπως φαίνεται χρειάζονται και οι δύο ειδών πηγές (και εσωτερικού και εξωτερικού) – οι μεν γιατί προσελκύουν το ενδιαφέρον κοινό και οι δε γιατί προσφέρουν ποιοτικότερο περιεχόμενο – και πρέπει να κρατηθεί η ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους.

 

Συγκεκριμένα για την καλύτερη εκμετάλλευση του ξένου περιεχόμενου έχει νόημα η εύρεση λιγότερο γνωστών αλλά ποιοτικών πηγών που ανάμεσα στα νέα που βρίσκει κανείς οπουδήποτε έχουν και μερικά μικρά διαμαντάκια που αξίζουν προώθησης μέσω του brand και θα του δώσουν αξία.